τσιμεντόλιθος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιμεντόλιθος < τσιμέντο + λίθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιμεντόλιθος αρσενικό

  1. οικοδομικό υλικό από τσιμέντο, άμμο και ελαφρόπετρα ή, σπανιότερα, άλλο αδρανές, σε σχήμα μεγάλου τούβλου
  2. (συνεκδοχικά) ο κισσηρόλιθος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]