τσιμπίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Τσιμπίδα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τσιμπίδα οι τσιμπίδες
      γενική της τσιμπίδας των τσιμπίδων
    αιτιατική την τσιμπίδα τις τσιμπίδες
     κλητική τσιμπίδα τσιμπίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τσιμπίδα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τσιμπίδα θηλυκό

  1. εργαλείο για το πιάσιμο και το τράβηγμα αντικειμένων
  2. (μεταφορικά, προφορικό) κρατικός μηχανισμός για τη σύλληψη όσων παραβιάζουν τους νόμους
     συνώνυμα: δαγκάνα

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]