τσιμπούκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσιμπούκι τσιμπούκια
γενική τσιμπουκιού τσιμπουκιών
αιτιατική τσιμπούκι τσιμπούκια
κλητική τσιμπούκι τσιμπούκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιμπούκι < τουρκική çubuk

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιμπούκι ουδέτερο

  1. είδος πίπας για καπνό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πίπα, καπνοσύριγγα
  2. (μεταφορικά) πεολειξία ή πεολειχία
  3. (μεταφορικά) η υπερβολική δυσκολία
  4. (μεταφορικά) είδος σφηνακίου σφηνάκι

Nuvola apps noatun.png Υποκοριστικά[επεξεργασία]


Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]