τσιμπώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιμπώ < μεσαιωνική ελληνική τσιμπῶ < *τσιμπίζω < *ἐξεμπίζω < *ἐμπίζω < αρχαία ελληνική ἐμπίς

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τσιμπώ (παθητική φωνή: τσιμπιέμαι)

  1. πιέζω με ένα μυτερό όργανο
    τον τσίμπησε με τον διαβήτη
    συνώνυμα: κεντώ, τρυπώ
  2. πιέζω κάτι με δυο δάχτυλα ώστε να προξενήσω πόνο
    τόσο πολύ τον τσίμπησαν που ήρθε κατακόκκινος!
  3. (μεταφορικά) τρώω κάτι στα γρήγορα
    πάω να τσιμπήσω κάτι κι έρχομαι
    συνώνυμα: τσιμπολογώ
  4. (για έντομα) τρυπώ με το κεντρί
    οι μύγες τσιμπούν, φαίνεται πως θα βρέξει
    μην παίζεις με τις σφήκες γιατί θα σε τσιμπήσουν
  5. (για πουλιά) τρώω κάτι με το ράμφος
    τα περιστέρια έρχονται και τσιμπούν τις ψίχες που τους πετάω
  6. (για ψάρια) δαγκώνω το δόλωμα μιας πετονιάς με το στόμα
    έχει ψάρι, τσιμπάει;
    συνώνυμα: αγκιστρώνομαι
  7. (μεταφορικά) βρίσκω κάποιον τη στιγμή που κάνει κάτι (συνήθως παράνομο)
    τον τσίμπησε η αστυνομία τη στιγμή που ετοιμαζόταν να κάνει τη διάρρηξη
    τον τσίμπησα καθώς αντέγραφε από τον διπλανό του
    συνώνυμα: πιάνω, συλλαμβάνω
  8. (μεταφορικά) αυξάνω λίγο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μύγα σε τσίμπησε;: μου φαίνονται πολύ περίεργα αυτά που κάνεις
  • τσίμπα 'να 'ρχίδι!: δεν μας χέζεις, άσε μας ήσυχους, δήλωση άρνησης, δυσφορίας, υποτίμησης ή μειωτικής σκωπτικότητας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]