τσιράκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | τσιράκι | τα | τσιράκια |
| γενική | — | — | ||
| αιτιατική | το | τσιράκι | τα | τσιράκια |
| κλητική | τσιράκι | τσιράκια | ||
| Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /t͡siˈɾa.ci/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τσι‐ρά‐κι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τσιράκι ουδέτερο
- (μειωτικό) ακόλουθος κάποιου ανώτερου που προσφέρει υπηρεσίες με ανταλλάγματα
- ≈ συνώνυμα: τσανακογλείφτης, δεξί χέρι, → δείτε επίσης λακές και μπράβος
- (παρωχημένο) μαθητευόμενος τεχνίτης
- ※ Γνωριστήκαμε το 1933. Αυτός δεκαεξάρης κι εγώ δεκαπεντάρης. Δούλευε σ' ένα παντοπωλείο, στη Διαγώνιο, τσιράκι. Μπακαλόγατο τον φώναζαν. Συνδεθήκαμε με αδερφική φιλία (Μωυσής Μιχάλης Μπουρλάς, Έλληνας, Εβραίος και αριστερός, εκδ. Νησίδες, 2000, σελ. 202)
- ≈ συνώνυμα: κάλφας, μαθητούδι, μαστορόπουλο, κοπέλι, παραγιός, παραπαίδι
Συγγενικά
[επεξεργασία]επώνυμα:
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]→ δείτε τις λέξεις μαθητευόμενος και παραγιός
Πηγές
[επεξεργασία]- τσιράκι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- τσιράκι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- Ορφανός, Βασίλης (2020). Τουρκικά δάνεια στα Ελληνικά της Κρήτης, Propylaeum, Heidelberg University Library 2020 (DOI), download.σελ.1-405.pdf, 1η έκδοση:2014
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική ενικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ι (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα περσικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)