τσιράκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τσιράκι τα τσιράκια
      γενική του τσιρακιού των τσιρακιών
    αιτιατική το τσιράκι τα τσιράκια
     κλητική τσιράκι τσιράκια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιράκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική çırak < οθωμανική τουρκική چراغ (çerâg, çirâg) < περσική چراغ (čerâğ, čarâğ)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιράκι ουδέτερο

  1. βοηθός μάστορα ή τεχνίτης μαθητευόμενος
     συνώνυμα: κάλφας, μαθητούδι, μαστορόπουλο, κοπέλι, παραγιός, παραπαίδι
  2. (συνεκδοχικά) αρχάριος
  3. (μειωτικό) κάποιος που για ίδιον όφελος ακολουθεί δουλικά και αναξιοπρεπώς κάποιον που θεωρείται ανώτερός του
  4. υπηρέτης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]