Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσιράκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τσιράκι τα τσιράκια
      γενική
    αιτιατική το τσιράκι τα τσιράκια
     κλητική τσιράκι τσιράκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τσιράκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چراق (çerag, çirag, μαθητευόμενος) (τουρκική çırak) / چراغ (çırak, λάμπα, κερί, μέντορας) (çirağ (λάμπα, κερί)) + < περσική چراغ (čerâğ, čarâğ, λάμπα, φως)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /t͡siˈɾa.ci/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τσιράκι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τσιράκι ουδέτερο

  1. (μειωτικό) ακόλουθος κάποιου ανώτερου που προσφέρει υπηρεσίες με ανταλλάγματα
     συνώνυμα: τσανακογλείφτης, δεξί χέρι,  δείτε επίσης λακές και μπράβος
  2. (παρωχημένο) μαθητευόμενος τεχνίτης
      Γνωριστήκαμε το 1933. Αυτός δεκαεξάρης κι εγώ δεκαπεντάρης. Δούλευε σ' ένα παντοπωλείο, στη Διαγώνιο, τσιράκι. Μπακαλόγατο τον φώναζαν. Συνδεθήκαμε με αδερφική φιλία (Μωυσής Μιχάλης Μπουρλάς, Έλληνας, Εβραίος και αριστερός, εκδ. Νησίδες, 2000, σελ. 202)
     συνώνυμα: κάλφας, μαθητούδι, μαστορόπουλο, κοπέλι, παραγιός, παραπαίδι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

επώνυμα:

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

 δείτε τις λέξεις μαθητευόμενος και παραγιός