Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσιρίξεις

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τσιρίξεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
  2. θα τσιρίξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τσιρίζω