Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσιρλιάρης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τσιρλιάρης η τσιρλιάρα το τσιρλιάρικο
      γενική του τσιρλιάρη της τσιρλιάρας του τσιρλιάρικου
    αιτιατική τον τσιρλιάρη την τσιρλιάρα το τσιρλιάρικο
     κλητική τσιρλιάρη τσιρλιάρα τσιρλιάρικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τσιρλιάρηδες οι τσιρλιάρες τα τσιρλιάρικα
      γενική των τσιρλιάρηδων — των τσιρλιάρικων
    αιτιατική τους τσιρλιάρηδες τις τσιρλιάρες τα τσιρλιάρικα
     κλητική τσιρλιάρηδες τσιρλιάρες τσιρλιάρικα
To ουδέτερο, από τα επίθετα σε -ικος.
Το αρσενικό και το θηλυκό, και ως ουσιαστικά.
Κατηγορία όπως «ζηλιάρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τσιρλιάρης < τσίρλα < τσιρλώ < ελληνιστική κοινή τιλάω / τιλῶ < τῖλος < αρχαία ελληνική τίλλω

Επίθετο

[επεξεργασία]

τσιρλιάρης, -α, -ικο

  1. που παθαίνει συχνά διάρροια, ευκοίλια, κόψιμο, τσιρλιακό ή τσιρλητό
    Πολύ τσιρλιάρικο παιδί είσαι. Όλο στην τουαλέτα πας.
  2. (μεταφορικά) ο φοβητσιάρης, ο υπερβολικά δειλός
    Είναι πολύ τσιρλιάρης. Κρότο να ακούσει, πάει και κρύβεται.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]