τσισάκια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσισάκια ουδέτερο

  1. (ευφημισμός, υποκοριστικό) τα ούρα