τσιτσί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιτσί < παιδική γλώσσα. Δείτε και ιταλική ciccia, cicci, αρχαία ελληνική τιτθός (μαστός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιτσί ουδέτερο άκλιτο

  1. (στην παιδική γλώσσα) το κρέας
  2. (μεταφορικά) γυμνό κορμί
  3. (μεταφορικά) το πέος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]