τσιφούτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσιφούτης τσιφούτηδες
γενική τσιφούτη τσιφούτηδων
αιτιατική τσιφούτη τσιφούτηδες
κλητική τσιφούτη τσιφούτηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιφούτης < τουρκική çıfıt (απατεώνας, εκμεταλλευτής) < Çıfıt (Εβραίος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιφούτης αρσενικό

  1. ο τσιγκούνης που θέλει μόνο να μαζεύει λεφτά εκμεταλλευόμενος τους άλλους


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]