τσιφτές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : τσίφτης

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσιφτές τσιφτέδες
γενική τσιφτέ τσιφτέδων
αιτιατική τσιφτέ τσιφτέδες
κλητική τσιφτέ τσιφτέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιφτές < τουρκική çift

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιφτές αρσενικό

  1. (κρητική διάλεκτος) δίκαννο κυνηγετικό όπλο
  2. (κυπριακή διάλεκτος) (οικονομία) παλιό κέρμα της Κύπρου (διπλοσέλινο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]