τσογλάνι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | τσογλάνι | τα | τσογλάνια |
| γενική | του | τσογλανιού | των | τσογλανιών |
| αιτιατική | το | τσογλάνι | τα | τσογλάνια |
| κλητική | τσογλάνι | τσογλάνια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τσογλάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική iç oğlanı (νεαρός στην υπηρεσία του παλατιού) με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τσογλάνι ουδέτερο
- (μειωτικό, προφορικό) άτομο νεαρής ηλικίας
- ※ Τι καθόμαστε, ρέ, και ακούμε αυτό το τσογλάνι*, που ήρθε να μας μάθει μελισσοκομία, στους μελισσοκόμους / *Μέ χαρακτήρισε «τσογλάνι», πιθανῶς γιατί εἶχα ξυρισμένο μουστάκι, ἐνῶ τὸ πάχος, τό μῆκος καί τό στρίψημο τοῦ μουστακιοῦ, συντελοῦσαν τότε νά χαρακτηρίζονται ὡς προσωπικότητες.. (Μελισσοκομική Ελλάς, τεύχη 380-402, σελ. 141)
- ※ «ὅσο γιά σένα βρομοθήλυκο, μεῖνε μέ τό τσογλάνι!» «μ' ἐσᾶς, νεαρέ μου, δέν ἔχω τίποτα» εἶπε ἕνας ὑπουργός άνευ χαρτοφυλακίου καί ἀπεχώρησε σαφῶς προσβεβλημένος (Νίκος Λεβέντης, Τέσσερα, εκδ. Πατάκης, 2013)
- (μειωτικό, προφορικό) άτομο νεαρής ηλικίας και κακής διαγωγής
- (παρωχημένο) ο νεαρός βοηθός του καφετζή
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ τσογλάνι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)