τσογλάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσογλάνι τσογλάνια
γενική τσογλανιού τσογλανιών
αιτιατική τσογλάνι τσογλάνια
κλητική τσογλάνι τσογλάνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσογλάνι < τουρκική iç oğlanı

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσογλάνι ουδέτερο

  1. (μειωτικά) άτομο νεαρής ηλικίας και κακής διαγωγής
  2. (παρωχημένο) (μη χρησιμοποιούμενος όρος) ο νεαρός βοηθός του καφετζή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]