Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσοντάρω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τσοντάρω < (άμεσο δάνειο) βενετική zontar (προσθέτω) + [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /t͡sonˈda.ɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τσοντάρω

τσοντάρω

  • συμπληρώνω με τσόντα:
    1. προσθέτοντας ύφασμα ή άλλο υλικό σε άλλο όμοιο για να το μακρύνω ή φαρδύνω
      παράδειγμα  Θα τσοντάρω το σεντόνι.
    2. (οικείο) συνεισφέροντας, δίνοντας ένα μικρό ποσό ώστε μαζί με αυτά που δίνουν άλλοι να καλυφθεί ένα, συνήθως, μεγάλο έξοδο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]