Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσοπάνης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Τσοπάνης

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τσοπάνης οι τσοπάνηδες
& τσοπαναραίοι
      γενική του τσοπάνη των τσοπάνηδων
& τσοπαναραίων
    αιτιατική τον τσοπάνη τους τσοπάνηδες
& τσοπαναραίους
     κλητική τσοπάνη τσοπάνηδες
& τσοπαναραίοι
Κατηγορία όπως «τσοπάνης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τσοπάνης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چوبان (τουρκική çoban, προφορά /t͡soˈban/) με αποηχηροποίηση [b] > [p] + -ης[1] < περσική چوپان (čupân) < μέση περσική 𐫢𐫇𐫁𐫀𐫗 (šubān)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /t͡soˈpa.nis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τσοπάνης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τσοπάνης αρσενικό (θηλυκό τσοπάνισσα δείτε και τσομπάνα)

  1. (επάγγελμα) εκείνος που βόσκει ή / και φυλάει ένα κοπάδι από γίδια και πρόβατα
      Πάντως θα πρέπει να γνωρίζει το ΥπΑΑΤ ότι τα τελευταία χρόνια επειδή είναι δύσκολο να βρεθούν εργατικά χέρια (τσοπάνηδες) μεγάλος αριθμός αιγοπροβατοτρόφων στρέφεται στη βοοτροφία, όπου υπάρχουν λιγότερα ζώα και αρμέγματα. Αυτό δείχνουν και τα στοιχεία της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Είναι ευκαιρία λοιπόν να στηρίξει τον Έλληνα βοοτρόφο αυτή την περίοδο το ΥπΑΑΤ. (www.agrotypos.gr, 04.01.2022)
      Μιὰ φορὰ ἦταν ἕνας τσοπάνης, κι' εἶχε τὴ στάνη του ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ κι' ἔβοσκε τὰ πρόβατά του (Βασική βιβλιοθήκη "Αετού": Σειρά πρώτη, τόμος 48, εκδ. οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαρόπουλου, 1957, σελ. 233)
  2. (μειωτικό, ιδίως στον τύπο τσοπαναραίοι) αγροίκος, άξεστος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
επώνυμα:
 δείτε και Ποιμενίδης

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]