τσοπάνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσοπάνος τσοπάνοι
γενική τσοπάνου τσοπάνων
αιτιατική τσοπάνο τσοπάνους
κλητική τσοπάνε τσοπάνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσοπάνος < Ο άνθρωπος ο οποίος είναι αρμόδιος για το καθημερινό τάισμα ενός κοπαδιού.Αλλιώς βοσκός.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσοπάνος αρσενικό

δείτε τη λέξη: τσοπάνης