τσουβαλιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | τσουβαλιά | οι | τσουβαλιές |
| γενική | της | τσουβαλιάς | των | τσουβαλιών |
| αιτιατική | την | τσουβαλιά | τις | τσουβαλιές |
| κλητική | τσουβαλιά | τσουβαλιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τσουβαλιά < τσουβάλ(ι) + -ιά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τσουβαλιά θηλυκό
- το περιεχόμενο ενός τσουβαλιού ή η ποσότητα που χωράει σ’ ένα τσουβάλι
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη τσουβάλι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)