τσουλί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : τσαουλί, τσαούλι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσουλί τσουλιά
γενική τσουλιού τσουλιών
αιτιατική τσουλί τσουλιά
κλητική τσουλί τσουλιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσουλί < τσούλα + υποκοριστικό επίθημα < ιταλική ciulla[1], θηλυκό του ciullus < λατινική sciolus < scius < scio < πρωτοϊταλικά *skijō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skey- (διακρίνω, ξεχωρίζω, ανατέμνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσουλί ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. ή < fanciulla, θηλυκό του fanciullo < fancello < fanticello < fante / infante < λατινική infans < in- + fans, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος for < πρωτοϊταλικά *fāōr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰeh₂- (μιλώ)