τσουράπια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τσουράπια < τσουράπι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τσουράπια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- ελληνικός παραδοσιακός μικτός χορός της βόρειας Ελλάδας, Μακεδονίας και Θράκης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τσουράπια
|
|
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]τσουράπια ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουράπι