τσουρέκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τσουρέκι τα τσουρέκια
      γενική του τσουρεκιού των τσουρεκιών
    αιτιατική το τσουρέκι τα τσουρέκια
     κλητική τσουρέκι τσουρέκια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσουρέκι < τουρκική çörek < çevrek (στρογγυλός, κυκλικός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσουρέκι ουδέτερο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

μου έκανες τ' αρχίδια τσουρέκια: με έπρηξες, με ζάλισες

Μεταφράσεις[επεξεργασία]