Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσουρουφλιστείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τσουρουφλιστείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
  2. θα τσουρουφλιστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τσουρουφλίζομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι