τσουτσέκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσουτσέκι τσουτσέκια
γενική τσουτσεκιού τσουτσεκιών
αιτιατική τσουτσέκι τσουτσέκια
κλητική τσουτσέκι τσουτσέκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσουτσέκι < τουρκική çiçek (λουλούδι, (μεταφορικά) κατεργάρης) +

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tsu.'tsε.ki/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσουτσέκι ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]