τσούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσούλα τσούλες
γενική τσούλας
αιτιατική τσούλα τσούλες
κλητική τσούλα τσούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τσούλα < ιταλική ciulla

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τσούλα θηλυκό

  1. ανήθικη ή/και ανάγωγη γυναίκα
  2. προβατίνα με κοντά αυτιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[]

τσούλα

  1. β΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος τσουλώ