τσούρμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσούρμο τσούρμα
γενική τσούρμου τσούρμων
αιτιατική τσούρμο τσούρμα
κλητική τσούρμο τσούρμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσούρμο < ιταλική ciurma < γενοβέζικα ciusma < λατινική celeusma < αρχαία ελληνική κέλευσμα (αντιδάνειο) < κελεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσούρμο ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος) το πλήρωμα ενός πλοίου (επί τουρκοκρατίας), όρος που υφίσταται και σήμερα για πλήρωμα αλιευτικού
  2. (μεταφορικά) πλήθος ανθρώπων
    παντρεύτηκαν κι έκαναν ένα τσούρμο παιδιά

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]