τσόφλι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

τσόφλι αβγού
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσόφλι τσόφλια
γενική τσοφλιού τσοφλιών
αιτιατική τσόφλι τσόφλια
κλητική τσόφλι τσόφλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσόφλι < μεσαιωνική ελληνική τσόφλι < *εξώφλοιον < αρχαία ελληνική ἔξω + φλοιός < φλέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσόφλι ουδέτερο

  1. το σκληρό εξωτερικό μέρος του αβγού
  2. το σκληρό εξωτερικό μέρος των περισσότερων ξηρών καρπών
  3. (μεταφορικά) Βλάκας, ηλίθιος, ανίκανος, τιποτένιος

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]