τυμπάνου

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[edit]

τυμπάνου ουδέτερο

  1. τύμπανο, στη γενική του ενικού