τυμπανοκρουσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τυμπανοκρουσία τυμπανοκρουσίες
γενική τυμπανοκρουσίας τυμπανοκρουσιών
αιτιατική τυμπανοκρουσία τυμπανοκρουσίες
κλητική τυμπανοκρουσία τυμπανοκρουσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυμπανοκρουσία < τύμπανο + κρούση + -ία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tim.ba.nɔ.kɾu.ˈsi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τυμπανοκρουσία θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) το χτύπημα τυμπάνου ή τυμπάνων και ο ήχος που παράγεται (ιδίως σε -στρατιωτικές- παρελάσεις κ.λπ.)
  2. (μεταφορικά) η παρουσίαση κάποιου πράγματος θορυβωδώς και επιδεικτικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]