τυμπανοπλαστική
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τυμπανοπλαστική < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική tympanoplastie ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική tympanoplasty
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τυμπανοπλαστική θηλυκό
- (ιατρική) επανορθωτική μικροχειρουργική επέμβαση στο τύμπανο του αυτιού για την αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας και ανατομίας του μέσου ωτός και την αποφυγή λοιμώξεων
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τυμπανοπλαστική
Πηγές
[επεξεργασία]- τυμπανοπλαστική - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)