Μετάβαση στο περιεχόμενο

τυμπανοπλαστική

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τυμπανοπλαστική οι τυμπανοπλαστικές
      γενική της τυμπανοπλαστικής των τυμπανοπλαστικών
    αιτιατική την τυμπανοπλαστική τις τυμπανοπλαστικές
     κλητική τυμπανοπλαστική τυμπανοπλαστικές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τυμπανοπλαστική < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική tympanoplastie ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική tympanoplasty

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τυμπανοπλαστική θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]