Μετάβαση στο περιεχόμενο

τυμπανοσκλήρωση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τυμπανοσκλήρωση οι τυμπανοσκληρώσεις
      γενική της τυμπανοσκλήρωσης* των τυμπανοσκληρώσεων
    αιτιατική την τυμπανοσκλήρωση τις τυμπανοσκληρώσεις
     κλητική τυμπανοσκλήρωση τυμπανοσκληρώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, τυμπανοσκληρώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τυμπανοσκλήρωση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική tympanosclerosis

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τυμπανοσκλήρωση θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)