τυποκρατία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τυποκρατία θηλυκό
- (λόγιο) ο φορμαλισμός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τυποκρατία
|
τυποκρατία θηλυκό
|