Μετάβαση στο περιεχόμενο

τυποποιηθείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τυποποιηθείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
  2. θα τυποποιηθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τυποποιούμαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι