Μετάβαση στο περιεχόμενο

τυπωτής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τυπωτής οι τυπωτές
      γενική του τυπωτή των τυπωτών
    αιτιατική τον τυπωτή τους τυπωτές
     κλητική τυπωτή τυπωτές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τυπωτής < ελληνιστική κοινή τυπωτής < τυπόω < αρχαία ελληνική τύπος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τυπωτής αρσενικό (θηλυκό τυπώτρια)

  1. κάποιος που έχει ειδίκευση την εκτύπωση
    άλλες μορφές: εκτυπωτής
  2. (επάγγελμα) τεχνίτης που κατασκευάζει μήτρες εκτύπωσης και καλούπια

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]