Μετάβαση στο περιεχόμενο

τυραννίς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
τῠραννῐδ-
ονομαστική τυραννίς αἱ τυραννίδες
      γενική τῆς τυραννίδος τῶν τυραννίδων
      δοτική τῇ τυραννίδ ταῖς τυραννίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν τυραννίδ τὰς τυραννίδᾰς
     κλητική ! τυραννῐ́ * τυραννίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τυραννίδε
γεν-δοτ τοῖν  τυραννίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
!! Εξαίρεση: η κλητική ενικού, όχι όπως η ονομαστική.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
ισχύει ως γενικός κανόνας.
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τυραννίς < τύρανν(ος) + -ίς.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ty.ɾan.nís/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τυραννίς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τυραννίς, -ίδος θηλυκό