τυροπωλείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τυροπωλείο τυροπωλεία
γενική τυροπωλείου τυροπωλείων
αιτιατική τυροπωλείο τυροπωλεία
κλητική τυροπωλείο τυροπωλεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυροπωλείο < τυρο- + -πωλείο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τυροπωλείο ουδέτερο

  1. κατάστημα που πουλά τυρί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]