τυρόψωμο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τυρόψωμο τυρόψωμα
γενική τυροψώμου τυροψώμων
αιτιατική τυρόψωμο τυρόψωμα
κλητική τυρόψωμο τυρόψωμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυρόψωμο < τυρί + ψωμί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τυρόψωμο ουδέτερο

  1. ψωμί με διάσπαρτα τεμάχια τυριού που προστίθεται στο ζύμωμα
  2. βρώση ψωμιού με τυρί
  3. σκυλοτροφή που φτιάχνουν κυρίως οι βοσκοί για τα τσοπανόσκυλα
  4. δόλωμα για τα ψάρια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]