τυφέκιον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυφέκιον < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τυφέκιον ουδέτερο

  1. (καθαρεύουσα) μακρύκαννο φορητό πυροβόλο όπλο που αποτελεί το κύριο όπλο των στρατιωτών και των κατώτερων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]