τυφλόμυγα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τυφλόμυγα οι τυφλόμυγες
      γενική της τυφλόμυγας
    αιτιατική την τυφλόμυγα τις τυφλόμυγες
     κλητική τυφλόμυγα τυφλόμυγες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυφλόμυγα < τυφλός + -ο- + μύγα, (μεταφραστικό δάνειο) ιταλική: mosca cieca

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ti.ˈflɔ.mi.ɣa/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τυφλόμυγα θηλυκό


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]