τυχερό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Τυχερό

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τυχερό τυχερά
γενική τυχερού τυχερών
αιτιατική τυχερό τυχερά
κλητική τυχερό τυχερά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυχερό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τυχερός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τυχερό ουδέτερο

  1. κάτι που θεωρείται καλοτυχία
    το τυχερό μου ήταν να σε συναντήσω
    ο γιατρός Τάδε πάει όλο ταξίδια· αυτά είναι τα τυχερά του επαγγέλματος
  2. (στον πληθυντικό) τα τυχερά: φιλοδώρημα, χρηματικό ποσό που προσφέρεται συνήθως σε ιερέα από πιστούς για την εκτέλεση μιας ιερουργίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

τυχερό