τυχερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: τυχηρός

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τυχερός η τυχερή το τυχερό
      γενική του τυχερού της τυχερής του τυχερού
    αιτιατική τον τυχερό την τυχερή το τυχερό
     κλητική τυχερέ τυχερή τυχερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τυχεροί οι τυχερές τα τυχερά
      γενική των τυχερών των τυχερών των τυχερών
    αιτιατική τους τυχερούς τις τυχερές τα τυχερά
     κλητική τυχεροί τυχερές τυχερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυχερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυχερός < αρχαία ελληνική τυχηρός με τροπή [ir] > [er] [1] < τύχη

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ti.çeˈɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τυ‐χε‐ρός

Επίθετο[επεξεργασία]

τυχερός, -ή, -ό

  1. που έχει καλή τύχη
     συνώνυμα: καλότυχος, καλοφούρτουνος, ριζικάρης, σαββατογεννημένος, τυχεράκιας - (οικείο) κωλόφαρδος
     αντώνυμα: άτυχος, δύστυχος, έρμος, κακόμοιρος, καψερός, συφοριασμένος
  2. αυτός που φέρνει καλή τύχη, που διέπεται, εξαρτάται από την τύχη
    πολύ τυχερός είναι ο Γιώργος... κέρδισε το τζόκερ!!!
     συνώνυμα:δείτε τη λέξη γούρικος
     αντώνυμα:δείτε τη λέξη γρουσούζης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τη λέξη τύχη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]