τυχερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τυχερός < μεσαιωνική ελληνική τυχερός < αρχαία τυχηρός < τύχη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τυχερός αρσενικό

  1. αυτός που έχει καλή τύχη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: καλότυχος, καλοφούρτουνος, ριζικάρης, σαββατογεννημένος, τυχεράκιας - (οικείο) κωλόφαρδος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: άτυχος, δύστυχος, έρμος, κακόμοιρος, καψερός, συφοριασμένος
  2. αυτός που φέρνει καλή τύχη, που διέπεται, εξαρτάται από την τύχη
    πολύ τυχερός είναι ο Γιώργος... έτυχε το τζόκερ!!!
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα:δείτε τη λέξη: γούρικος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα:δείτε τη λέξη: γρουσούζης

32πχ Μεταφράσεις[]