τυχών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τυχών τυχούσα τυχόν
γενική τυχόντος τυχούσας
τυχούσης
τυχόντος
αιτιατική τυχόντα τυχούσα τυχόν
κλητική τυχών τυχούσα τυχόν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τυχόντες τυχούσες τυχόντα
γενική τυχόντων τυχουσών τυχόντων
αιτιατική τυχόντες τυχούσες τυχόντα
κλητική τυχόντες τυχούσες τυχόντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυχών < αρχαία ελληνική τυχών, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τυγχάνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τυχών

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]