Μετάβαση στο περιεχόμενο

τωθάζω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τωθάζω < αβέβαιης ετυμολογίας.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɔːtʰá.zdɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τωθάζω

τωθάζω (ᾰ)

  1. εμπαίζω, περιπαίζω, περιγελώ
     συνώνυμα: ἐμπαίζω, σκώπτω, χλευάζω
  2. (παθητική φωνή) χλευάζομαι, κοροϊδεύομαι
  3. (απόλυτο) εμπαίζω, χλευάζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]