τωθάζω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τωθάζω < αβέβαιης ετυμολογίας.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tɔːtʰá.zdɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τω‐θά‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]τωθάζω (ᾰ)
- εμπαίζω, περιπαίζω, περιγελώ
- (παθητική φωνή) χλευάζομαι, κοροϊδεύομαι
- (απόλυτο) εμπαίζω, χλευάζω
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Πηγές
[επεξεργασία]- τωθάζω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τωθάζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.