τόφου

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

τόφου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τόφου < ιαπωνική 豆腐 (tōfu) (豆=φασόλια, 腐= σαπίζω) < κινεζική 豆腐 ή 荳腐 (dòufu)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τόφου

  1. προϊόν που φτιάχνεται από το γάλα σόγιας παρομοίως με το τυρί από το γάλα αγελάδας, κατσίκας, κλπ., και που χρησιμοποιείται ευρεία στην κινέζικη κι ιαπωνική κουζίνα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]