τύρφη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τύρφη -
γενική τύρφης -
αιτιατική τύρφη -
κλητική τύρφη -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τύρφη < αγγλική turf

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τύρφη θηλυκό

  • σπογγώδης ελαφριά ύλη που προέρχεται από μερική αποσύνθεση φυτικών οργανισμών και χρησιμοποιείται σαν καύσιμο
    ορυκτό που αποτελείται κυρίως από άνθρακα, έχει χρώμα καστανό, παράγεται από ποώδη φυτά που βρίσκονται σε ελώδεις εκτάσεις και χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη lexigram.gr

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]