τῦφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : τύφος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τῦφος τύφω τῦφοι
Γενική τύφου τύφοιν τύφων
Δοτική τύφ τύφοιν τύφοις
Αιτιατική τῦφον τύφω τύφους
Κλητική τῦφε τύφω τῦφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τῦφος < τύφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τῦφος αρσενικό

  1. καπνός, ατμός
  2. ονομασία εμπύρετων καταστάσεων που συνοδεύονταν από λήθαργο ή απώλεια των αισθήσεων
  3. ανοησία, αφροσύνη
  4. αλαζονεία, κομπορρημοσύνη, ματαιοφροσύνη

Nuvola apps noatun.png Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]