υάκινθων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

υάκινθων αρσενικό

  1. υάκινθος, στη γενική του πληθυντικού