υαλογράφου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

υαλογράφου αρσενικό ή θηλυκό

  1. υαλογράφος, στη γενική του ενικού