υαλούργημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υαλούργημα τα υαλουργήματα
      γενική του υαλουργήματος των υαλουργημάτων
    αιτιατική το υαλούργημα τα υαλουργήματα
     κλητική υαλούργημα υαλουργήματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υαλούργημα < υαλουργός + -ημα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υαλούργημα ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]