υαλωτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υαλωτός υαλωτή υαλωτό
γενική υαλωτού υαλωτής υαλωτού
αιτιατική υαλωτό υαλωτή υαλωτό
κλητική υαλωτέ υαλωτή υαλωτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υαλωτοί υαλωτές υαλωτά
γενική υαλωτών υαλωτών υαλωτών
αιτιατική υαλωτούς υαλωτές υαλωτά
κλητική υαλωτοί υαλωτές υαλωτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υαλωτός < ύαλος + -ωτός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υαλωτός, -ή, -ό

  1. (λόγιο) γυάλινος
  2. (λόγιο) που αποτελείται από τζάμι ή υαλοπίνακες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τζαμωτός
  3. (ουσιαστικοποιημένο) υαλωτό: υαλοστάσιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]