Μετάβαση στο περιεχόμενο

υβρίδιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υβρίδιο τα υβρίδια
      γενική του υβρίδιου
& υβριδίου
των υβρίδιων
& υβριδίων
    αιτιατική το υβρίδιο τα υβρίδια
     κλητική υβρίδιο υβρίδια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υβρίδιο < (άμεσο δάνειο) γαλλική hybride < λατινική hybrida < hibrida (γόνος διασταύρωσης διαφορετικών ειδών ή γεννημένος από Ρωμαίο πατέρα και ξένη ή δούλη μητέρα)[1] με παρετυμολόγηση από το αρχαίο ὕβρις[2][3]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /iˈvɾi.ði.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υβρίδιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υβρίδιο ουδέτερο

  1. (βιολογία) ον που έχει δημιουργηθεί με την διασταύρωση ατόμων, τα οποία είναι γενετικά ανόμοια
      2024 Νίκος Α. Μάντης, Αδύνατες πόλεις: Τα χρονικά της προσομοίωσης, εκδ. Καστανιώτη
    «Άκου, είναι αρκετά μπερδεμένο. Τεχνικά, δεν είμαι ρομπότ. Μπορεί να μοιάζω με ρομπότ, αλλά δεν είμαι. Είμαι σάιμποργκ.» Ουάου, Δηλαδή είσαι ένα υβρίδιο μεταξύ...» «Ναι. Στην ουσία, είμαι ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί μηχανικά μέλη».
    < υπώνυμα: κυβόργιο (υβρίδιο μηχανής και ανθρώπου)
  2. (μεταφορικά) ιδέα ή οντότητα που έχει δημιουργηθεί από ανόμοιες πηγές
      2015 Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών: Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών, εκδ. Ίκαρος
    Η μπαρουφολογία στη χώρα πάει σύννεφο! Υπάρχουν τουλάχιστον τριών ειδών μπαρούφες: οι κενολογικές, οι επιδεικτικές και οι συνθηματολογικές. Όλα τα είδη ευδοκιμούν στον εγχώριο πολιτικό κήπο, συμπεριλαμβανομένων και των υβριδίων.
  3. (γλωσσολογία) σύνθετη λέξη που έχει προκύψει από στοιχεία δύο διαφορετικών γλωσσών, π.χ. κασετόφωνο, βιντεοταινία
     συνώνυμα: νόθο σύνθετο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. hibrida - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
  2. υβρίδιο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.