υγειά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υγειά οι υγειές
      γενική της υγειάς των υγειών
    αιτιατική την υγειά τις υγειές
     κλητική υγειά υγειές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υγειά < μεσαιωνική ελληνική *υγειά < ελληνιστική κοινή ὑγεία < αρχαία ελληνική ὑγίεια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υγειά θηλυκό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • στην υγειά σας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]