υγειολογία

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

πτώση ενικός
ονομαστική υγειολογία
γενική υγειολογίας
αιτιατική υγειολογία
κλητική υγειολογία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

υγειολογία < υγεία + -λογία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[edit]

ΔΦΑ : /i.ʝi.ɔ.lɔ.ˈʝi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

υγειολογία θηλυκό

  1. ο κλάδος της ιατρικής που μελετά την υγεία
    προληπτική υγειολογία

Δείτε επίσης[edit]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]